Γιατί τα παιδιά μισούν τα μαθηματικά;

 

Αυτό είναι ένα μεγάλο ζήτημα, που έχει απασχολήσει πολλούς σοφούς ανθρώπους στον πλανήτη και δεν απαντιέται σε λίγες γραμμές. Είναι ανοιχτό θέμα τόσο σε επίπεδο έρευνας της διδακτικής των μαθηματικών, όσο και στο επίπεδο αναζήτησης της ενδεικνυόμενης πολιτικής από πλευράς Πολιτείας. Ωστόσο, σχεδόν όλες οι έρευνες συγκλίνουν σε μερικές βασικές αιτίες:

  1. Τα μαθηματικά χτίζονται βήμα-βήμα. Σε αντίθεση με άλλα μαθήματα, αν χάσεις το πρώτο τρένο, δεν μπορείς να πιάσεις τα επόμενα. Δηλαδή αν δεν κατανοήσεις τις βασικές έννοιες στις μικρές τάξεις, δεν θα μπορέσεις να καταλάβεις ποτέ την ύλη του Λυκείου ή την Στατιστική ή τη Μικροοικονομία στο Πανεπιστήμιο. Ενώ, αντίθετα, μπορεί να μην έμαθες ποτέ τι έγινε στο Βυζάντιο, χωρίς αυτό να σε εμποδίσει να κάνεις μια λαμπρή καριέρα ιστορικού νεότερης ευρωπαϊκής Ιστορίας. Στα μαθηματικά οι μικρές τάξεις περνιούνται εύκολα, αλλά αν δημιουργηθούν κενά θα σε εμποδίζουν στην εξέλιξή σου για πάντα, ή μέχρι να αποφασίσεις να τα αντιμετωπίσεις. Ελάχιστοι το κάνουν αυτό, ως εκ τούτου δημιουργόυνται στρατιές ανθρώπων που δηλώνουν -πιστεύοντάς το- ότι «τα μαθηματικά δεν είναι για μένα», ή «δεν έχω ταλέντο στα μαθηματικά, άρα δεν μπορώ να κάνω την απλή μέθοδο των τριών».
  2. Οι μαθητές καταφεύγουν στην αποστήθιση. Πολλές φορές ο μαθητής προτιμά να απομνημονεύσει μια μακροσκελή απόδειξη ενός θεωρήματος, από το να εμπλακεί στην -συχνά επίπονη- διαδικασία κατανόησής του. Βέβαια, για να λέμε του στραβού το δίκιο, δεν φταίει ο έρημος ο μαθητής για αυτό. Τουλάχιστον δεν φταίει μόνο αυτός. Σε χώρες όπως η δική μας όπου υπάρχουν υπερβολικά πολλές εξετάσεις και -συνεπακόλουθα- βαθμοθηρία, αυτό προκύπτει σχεδόν νομοτελειακά. Αν αυτή η πρακτική είναι αποδεκτή από τους διδάσκοντες και τους γονείς τότε ο μαθητής πράττει έτσι πιστεύοντας ότι κάνει το σωστό. Μαθαίνει κατεβατά απ’ έξω σε κάθε μάθημα-τα ξεχνάει μόλις το περάσει- και στο τέλος αναρωτιέται γιατί έχασε τόσα χρόνια στα θρανία. Αυτό πολεμιέται σε επίπεδο Πολιτείας πρώτα και κύρια. Στη συνέχεια, αν η οικογένεια εξηγήσει στο παιδί ότι σημασία έχει να εμπλακεί στη διαδικασία επίλυσης προβλημάτων -αφού μια ζωή αυτό κάνουμε όλοι οι ενήλικες- και να μην νοιάζεται τόσο για τους βαθμούς όσο για τη γνώση, υπάρχει ελπίδα απαλλαγής από την άχρηστη αυτή συνήθεια. Φυσικά είναι στη διακριτική ευχέρεια του διδάσκοντος να αποθαρρύνει την «παπαγαλία».
  3. Ο διδάσκων αντιπαθεί κατά βάθος τα μαθηματικά. Είναι αλήθεια ότι πολλές φορές, στη διαδικασία αναζήτησης εργασίας, κινούμαστε προς την κατεύθυνση όπου υπάρχει ζήτηση, αγνοώντας τις πραγματικές μας επιθυμίες. Αυτό, στα μαθηματικά έχει ολέθριες συνέπειες. Αφενός μεν, ο ταλαίπωρος διδάσκων μπαίνει κάθε μέρα στην τάξη τρέμοντας μην του γίνει κάποια ερώτηση που δεν θα μπορέσει να την απαντήσει και ζει έτσι ένα καθημερινό εφιάλτη. Αυτή η κατάσταση έχει -συνήθως-σαν συνέπεια να τον κάνει κρυφτεί πίσω από το προσωπείο του «σκληρού» και αγέλαστου καθηγητή. Που βάζει δύσκολες ασκήσεις, είναι πολύ απαιτητικός αλλά και φειδωλός στη βαθμολόγηση. Ακόμα παραπέρα, οδηγεί ολόκληρη την τάξη σε μια υπερεντατικοποίηση, ώστε να μην μένει χρόνος για σκέψη και συζήτηση. Άρα ούτε και αμφισβήτηση. Όμως το προσωπικό δράμα του καθηγητή είναι το λιγότερο. Το μεγάλο πρόβλημα είναι πως αυτή η ψυχική διάθεση έναντι των μαθηματικών περνάει σε μεγάλο βαθμό στους μαθητές. Αντί να εμπλακούν στη διαδικασία της απόδειξης-που είναι γοητευτική όπως τα μυστήρια που λύνει ο  Ηρακλής Πουαρό- μαθαίνουν να μισούν τα στριφνά και ακαταλάβιστικα σύμβολα που τους αραδιάζει ο καθηγητής στον πίνακα, που -απ’ ό,τι φαίνεται- έχουν φτιαχτεί ειδικά για να τους ταλαιπωρούν. Ας μην νομιστεί ότι αυτό είναι ελληνική πρωτοτυπία. Εϊναι -δυστυχώς- παγκόσμιο φαινόμενο.
  4. Οι άνθρωποι τείνουν να απαξιώνουν αυτό που δεν καταφέρνουν. Είναι συνέπεια και ταυτόχρονα αιτία των προηγούμενων τριών αιτιών. Με αυτόν τον τρόπο ανατροφοδοτείται και διαιωνίζεται το πρόβλημα. Σε κανέναν δεν αρέσει να χάνει. Κανείς δεν επιθυμεί την ματαίωση. Οπότε, τι κάνει ο άνθρωπος που δεν έχει κατανοήσει ένα γνωστικό αντικείμενο; Το απαξιώνει: «Τι να τα κάνουμε όλα αυτά τα κορδόνια ακαταλαβίστικων συμβόλων;»  «Σαχλαμάρες είναι όλα αυτά. Χάσιμο χρόνου.» «Τι θα πει φανταστικοί αριθμοί; Δεν υπάρχουν αυτά τα πράγματα, σιγά μην ασχοληθώ.» Και πάει λέγοντας. Η άλλη όψη του ίδιου νομίσματος είναι εξύψωση όσων κατανοούν τα μαθηματικά σε επίπεδο ανώτερο του μέσου ανθρώπου: «Αυτά είναι για ανθρώπους με υψηλό IQ, δεν είναι για τον καθένα.» «Πρέπει να το ‘χεις για να ασχοληθείς μ’ αυτά. «Έτσι, αφού πρέπει λίγο- πολύ να είσαι υπεράνθρωπος για να μάθεις πέντε πράγματα στα μαθηματικά, δικαιολογείσαι να μην ξέρεις και -κυρίως- να μην προσπαθήσεις ποτέ. Είναι βολικό και ανθρώπινο. Λες «δεν είμαι εγώ γι αυτά, δεν γεννήθηκα με το σχετικό ταλέντο» και καθαρίζεις. Ούτε κόπος, ούτε προσπάθεια.

Είναι, όμως, ευθύνη της Πολιτείας πρωτίστως και των διδασκόντων δευτερευόντως, να αλλάξουν την θλιβερή κατάσταση που επικρατεί στη χώρα μας απέναντι στα μαθηματικά. Πρόκειται για αντικείμενο χρήσιμο σε όλους τους ανθρώπους, ανεξαρτήτως επαγγελματικού κλάδου, ακριβώς γιατί πραγματεύεται τους τρόπους επίλυσης προβλημάτων. Είναι ένα πολύ όμορφο κομμάτι του σύγχρονου πολιτισμού, το οποίο έχει δικαίωμα ο καθένας να απολαμβάνει. Η γνώση είναι δύναμη και είναι κρίμα οι άνθρωποι, ιδίως τα νέα παιδιά, να μην αναπτύσσουν στο έπακρο όλες τους τις δεξιότητες. Αξίζει τον κόπο να βοηθήσουμε όλοι- ανάλογα με τις δυνατότητές μας- ώστε οι νεότερες γενιές  να  έχουν την ευκαιρία να γνωρίσουν την γοητεία των Μαθηματικών.